|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο splash παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: guard
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | splash⇒ vi | (water, liquid) | πιτσιλάω, πιτσιλίζω ρ αμ | | | (μεγαλύτερη ποσότητα) | πετιέμαι ρ αμ | | | The kids were messing about in the pool and water was splashing everywhere. | | | Τα παιδιά έκαναν χαλασμό στην πισίνα και το νερό πεταγόταν παντού. | | splash n | (amount of water, liquid) | πιτσιλιά ουσ θηλ | | | (μτφ: μεγαλύτερη ποσότητα) | κύμα ουσ ουδ | | | (π.χ. νερού) | όγκος ουσ αρσ | | | John turned the faucet on too hard and his shirt ended up covered in splashes of water. | | | Ο Τζον γύρισε τη βρύση πολύ δυνατά και το πουκάμισό του κατέληξε γεμάτο πιτσιλιές νερού. | | splash [sth]⇒ vtr | (water, liquid: displace) | πετάω, ρίχνω ρ μ | | | The kids were splashing water at each other. | | | Τα παιδιά έριχναν νερό το ένα στο άλλο. | | splash [sb/sth]⇒ vtr | (water, liquid: get on [sb]) | πιτσιλάω, πιτσιλίζω ρ μ | | | | βρέχω ρ μ | | | (μεγαλύτερη ποσότητα) | καταβρέχω ρ μ | | | (μτφ: μεγαλύτερη ποσότητα) | λούζω ρ μ | | | The car splashed the pedestrian as it went through the puddle. | | | Το αυτοκίνητο έβρεξε τον πεζό καθώς πέρασε μέσα από τη λακκούβα. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | splash n | informal (small amount of drink) (καθομιλουμένη) | γουλιά ουσ θηλ | | | (ποσότητα: σε ποτήρι) | δάχτυλο ουσ ουδ | | | "Would you like some more wine?" - "I shouldn't really, but go on, just a splash." | | splash n | (instance of splashing) | πιτσίλισμα ουσ ουδ | | | (ή υγρού) | σήκωμα νερού περίφρ | | Σχόλιο: Συχνά αναφέρεται απλά ως «νερό» ή οποιοδήποτε άλλο υγρό, ανάλογα με την περίπτωση. | | | The splash as the car hit the puddle was enormous. | | splash n | (sound of splashing) (νερό, κύματα) | παφλασμός ουσ αρσ | | | (καθομιλουμένη: νερό) | πλατς πλατς ουσ ουδ άκλ | | | Audrey stood on the shore, listening to the gentle splash of the waves on the rocks. | | splash⇒ vi | (make your way by splashing) | τσαλαβουτάω ρ αμ | | | (συνήθως ως παιχνίδι) | περνάω πλατσουρίζοντας περίφρ | | | | πλατσουρίζω ρ αμ | | | The little girl splashed through the puddle. | | splash [sth]⇒ vtr | figurative, often passive (news: display in noticeable way) | δημοσιεύω με πηχυαίους τίτλους έκφρ | | | The news of the actor's affair was splashed on the front page of every newspaper in the country. | | | Τα νέα για την παράνομη σχέση του ηθοποιού δημοσιεύτηκαν με πηχυαίους τίτλους στα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων της χώρας. |
| Phrasal verbs | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | splash down vi phrasal | (spacecraft: land in water) | προσυδατώνομαι ρ αμ | | | (σε θάλασσα) | προσθαλασσώνομαι ρ αμ | | splash out vi phrasal | figurative, slang (spend extravagant sum of money) (καθομιλουμένη) | ξοδεύομαι ρ αμ | | | | κάνω μια σπατάλη έκφρ | | | We splashed out last night and went to a fancy restaurant. | | | Ξοδευτήκαμε χθες το βράδυ και πήγαμε σε ένα καλό εστιατόριο. | | splash out on [sth] vi phrasal + prep | figurative, slang (spend extravagant sum of money on) (καθομιλουμένη) | δίνω ένα κάρο λεφτά για κτ έκφρ | | | (καθομιλουμένη) | ξοδεύομαι για κτ περίφρ | | | (αργκό, μεταφορικά, αποδοκιμασίας) | τρώω τα λεφτά μου σε κτ έκφρ | | | We've just splashed out on a luxury holiday. | | | Μόλις δώσαμε ένα κάρο λεφτά για πολυτελείς διακοπές. |
|
|